ευτεκνία

η (ΑΜ εὐτεκνία, Α και ποιητ. τ. εὐτεκνίη) [εύτεκνος]
το να έχει κάποιος πολλά και καλά τέκνα
μσν.
μτφ. ευγλωττία («τὴν ἐν λόγοις εὐτεκνίαν», Ευστ.)
αρχ.
1. γονιμότητα
2. επιγρ. ευκαρπία
3. (επιγρ., ως κύριο όν.) ἡ Εὐτεκνεία
προσωποποίηση τής ευτεκνίας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐτεκνία — εὐτεκνίᾱ , εὐτεκνία blessing of children fem nom/voc/acc dual εὐτεκνίᾱ , εὐτεκνία blessing of children fem nom/voc sg (attic doric aeolic) εὐτεκνίᾱ , εὐτεκνίη blessing of children fem nom/voc/acc dual εὐτεκνίᾱ , εὐτεκνίη blessing of children… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτεκνίᾳ — εὐτεκνίαι , εὐτεκνία blessing of children fem nom/voc pl εὐτεκνίᾱͅ , εὐτεκνία blessing of children fem dat sg (attic doric aeolic) εὐτεκνίᾱͅ , εὐτεκνίη blessing of children fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτεκνίας — εὐτεκνίᾱς , εὐτεκνία blessing of children fem acc pl εὐτεκνίᾱς , εὐτεκνία blessing of children fem gen sg (attic doric aeolic) εὐτεκνίᾱς , εὐτεκνίη blessing of children fem acc pl εὐτεκνίᾱς , εὐτεκνίη blessing of children fem gen sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτεκνίαι — εὐτεκνία blessing of children fem nom/voc pl εὐτεκνίᾱͅ , εὐτεκνία blessing of children fem dat sg (attic doric aeolic) εὐτεκνίᾱͅ , εὐτεκνίη blessing of children fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτεκνίαν — εὐτεκνίᾱν , εὐτεκνία blessing of children fem acc sg (attic doric aeolic) εὐτεκνίᾱν , εὐτεκνίη blessing of children fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτεκνίαις — εὐτεκνία blessing of children fem dat pl εὐτεκνίη blessing of children fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτεκνίη — εὐτεκνία blessing of children fem nom/voc sg (epic ionic) εὐτεκνίη blessing of children fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτεκνίην — εὐτεκνία blessing of children fem acc sg (epic ionic) εὐτεκνίη blessing of children fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτεκνίης — εὐτεκνία blessing of children fem gen sg (epic ionic) εὐτεκνίη blessing of children fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτεκνίῃ — εὐτεκνία blessing of children fem dat sg (epic ionic) εὐτεκνίη blessing of children fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.